Ο ΚΛΑΔΟΣ

ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ

Ορισμός

Η «Συμβουλευτική Ψυχολογία» είναι ο εφαρμοσμένος κλάδος της Ψυχολογίας, ο οποίος διευκολύνει την δια βίου προσωπική και διαπροσωπική λειτουργικότητα, εστιάζοντας σε συναισθηματικές, κοινωνικές, επαγγελματικές, εκπαιδευτικές, αναπτυξιακές, καθώς και ανησυχίες που συνδέονται με την υγεία. Επικεντρώνεται σε ομαλά και συνήθη αναπτυξιακά ζητήματα αλλά και σε δυσλειτουργικά και ασυνήθη, που σχετίζονται με την ατομική, οικογενειακή, ομαδική ή οργανωτική ανθρώπινη εμπειρία. Βοηθάει ανθρώπους με σωματικές, συναισθηματικές και ψυχικές διαταραχές να βελτιώσουν την ποιότητα της ζωής τους, να εξαλείψουν την δυσφορία και/ή την διαταραχή τους, να επιλύσουν τις κρίσεις που αντιμετωπίζουν και να αυξήσουν την ικανότητά τους να ζήσουν μια πιο λειτουργική ζωή. Θεωρείται ότι προωθεί τη θέσπιση προσωπικών στόχων και προσφέρει θετικά μοντέλα με βάση τα οποία μπορεί κανείς να ενδυναμώσει τα προτερήματά του και να δώσει στον εαυτό του τη δυνατότητα για βέλτιστη λειτουργικότητα και ποιότητα ζωής.

Δίνει έμφαση στη σημασία που έχει η κοινωνική ζωή για το άτομο και επικεντρώνεται στην προσαρμοστικότητά του στο περιβάλλον. Δεν ασχολείται όμως μόνο με τον τρόπο με τον οποίο το άτομο προσαρμόζεται στις κοινωνικές επιταγές και στους κανόνες, αλλά επικεντρώνεται και στην ευθύνη της κοινωνίας να κάνει εκείνες τις αλλαγές που θα ενισχύσουν το άτομο. Η αλληλεπίδραση ανάμεσα στο άτομο και την κοινωνία βρίσκεται στον πυρήνα της φιλοσοφίας της Συμβουλευτικής Ψυχολογίας και έχει οδηγήσει στην ανάπτυξη τουλάχιστον τριών πεδίων που σήμερα συμμερίζονται και άλλες ειδικότητες:

  1. Η έμφαση που έδωσε στο κοινωνικό πλαίσιο, σε αντιδιαστολή με το ίδιο το άτομο, ως υπεύθυνο για την ψυχική διαταραχή ή δυσλειτουργία του, πυροδότησε την ανάπτυξη και εξέλιξη της πολυπολιτισμικής έρευνας και βιβλιογραφίας (Pederson, Lonner & Draguns, 2002. Sue, 2010).
  2. Η έμφαση που έδωσε στα κοινωνικά προβλήματα οδήγησε στην αναγνώριση και στην στροφή της προσοχής προς τις ενδο-ομαδικές διαφορές που περιελάμβαναν το κοινωνικό φύλο, την ηλικία, την αναπηρία, τον σεξουαλικό προσανατολισμό, την σεξουαλική κακοποίηση, το aids, κ.α. Ο κλάδος της Συμβουλευτικής Ψυχολογίας της Αμερικανικής Ψυχολογικής Εταιρείας, πρώτος δημοσίευσε τα κριτήρια για την απόκτηση μιας πολυπολιτισμικής επάρκειας των συμβουλευτικών ψυχολόγων.
  3. Οι αναπτυξιακές και οργανωτικές παρεμβατικές δυνατότητες της Συμβουλευτικής Ψυχολογίας οδήγησαν στην μελέτη της εποπτείας ως ξεχωριστής δεξιότητας, παρόμοιας αλλά και διαφορετικής από την διδασκαλία των ψυχοθεραπευτικών δεξιοτήτων. Η βιβλιογραφία στον τομέα αυτό προέρχεται κυρίως από συμβουλευτικούς ψυχολόγους (Kagan & Krathwohl, 1967. Ivey, 1968. Stoltenberg, 1981. Bernard & Goodyear, 1998).

Ο μοναδικός συνδυασμός και η σύνθεση αυτών των στοιχείων καθώς και το εύρος της εφαρμογής των παρεμβατικών τεχνικών που χρησιμοποιεί σε ατομικό, οικογενειακό, ομαδικό και οργανωτικό επίπεδο, δίνει στη Συμβουλευτική Ψυχολογία αυτή την ξεχωριστή προσέγγιση ως ιδιαίτερου εφαρμοσμένου κλάδου της ψυχολογίας.

Στοχεύει να διευκολύνει καταρχήν τα άτομα να κατανοήσουν και να συμφιλιωθούν με ενδοψυχικά γεγονότα. Κατά συνέπεια οι συμβουλευτικές παρεμβάσεις επικεντρώνονται στην απόκτηση επίγνωσης, στην ανάπτυξη αυτογνωσίας και στη δημιουργία μια αρμονικής σχέσης με τον εαυτό, μέσα από την αναγνώριση και την έκφραση των συναισθημάτων, των αναγκών και των κινήτρων. Παράλληλα όμως, εστιάζεται και στο κοινωνικό πλαίσιο του ατόμου. Οι κοινωνικές, φιλικές, οικογενειακές και εργασιακές σχέσεις βρίσκονται στο επίκεντρο της Συμβουλευτικής Ψυχολογίας και διερευνώνται προκειμένου το άτομο να εδραιώσει αρμονικές σχέσεις με τον περίγυρό του (Woolfe & Dryden, 1996. Woolfe, Strawbridge, Douglas & Dryden, 2010).

Το έργο του Συμβουλευτικού Ψυχολόγου

Οι συμβουλευτικοί ψυχολόγοι εκπαιδεύονται σύμφωνα με το μοντέλο του επιστήμονα-επαγγελματία, έτσι ώστε να είναι ικανοί και ως προς το ψυχοθεραπευτικό αλλά και ως προς το ερευνητικό τους έργο καθώς και τη σύνθεση της ψυχολογικής θεωρίας και έρευνας με την θεραπευτική πράξη.

Στο έργο τους περιλαμβάνονται: η αξιολόγηση (εκτίμηση ψυχολογικών αναγκών, διακυβεύσεων, αποτελεσμάτων ψυχομετρικών δοκιμασιών), η ερμηνεία της γέννησης και της συντήρησης του ψυχολογικού προβλήματος, ο σχεδιασμός και η εφαρμογή της θεραπείας, η σύνταξη εκθέσεων και η διατήρηση αρχείων, η αξιολόγηση της έκβασης της θεραπείας, η εκπαίδευση και η εποπτεία, η έρευνα.

Η Συμβουλευτική Ψυχολογία πραγματεύεται ζητήματα που σχετίζονται με την προαγωγή της ευημερίας στον άνθρωπο, τον εμπλουτισμό των σχέσεων, την επίλυση συγκρούσεων, ζητήματα αποκατάστασης, προβλήματα σεξουαλικά, υπαρξιακά, πνευματικά, θέματα επαγγελματικής ανάπτυξης και πολλά άλλα, μέσα από προγράμματα πρωτογενούς πρόληψης, ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης, έγκαιρης παρέμβασης και θεραπευτικής αντιμετώπισης.

Συνδυάζει την θεωρία με την έρευνα και την εφαρμογή για την κατανόηση και την προώθηση της ευημερίας των ανθρώπων και της αυξημένης τους ικανότητας να ζήσουν μια πιο επιτυχημένη ζωή. Οι βασικοί ρόλοι μέσα από τους οποίους αντιμετωπίζονται όλα τα παραπάνω, περιλαμβάνουν την πρόληψη, την εξέλιξη και την εμψύχωση/θεραπεία.

Πρόληψη

Oι προληπτικές παρεμβάσεις μπορεί να γίνονται μέσα από τα λεγόμενα «ψυχοεκπαιδευτικά προγράμματα», που έχουν ως στόχο να προλάβουν την ανάπτυξη ή εξέλιξη προβλημάτων. Βοηθούν τους ανθρώπους να κάνουν αλλαγές στον εαυτό τους και στο περιβάλλον τους για να ελαχιστοποιήσουν την πιθανότητα δημιουργίας προβλημάτων.

Εξέλιξη

O συμβουλευτικός ψυχολόγος προσπαθεί να βοηθήσει τους ανθρώπους να κερδίσουν από τις εμπειρίες τους έτσι ώστε, μέσα από κάποιο προγραμματισμό, να βοηθηθούν να ανακαλύψουν και να ενδυναμώσουν τις δυνατότητές τους. Δηλαδή, ο στόχος σε αυτό το ρόλο είναι η βελτίωση του ατόμου μέσω της απόκτησης ικανοτήτων ή την βελτίωση στάσεων που διευκολύνουν την αντιμετώπιση των καθημερινών προβλημάτων και μεγιστοποιούν την αποτελεσματικότητα ή την ικανοποίηση. Αυτό γίνεται σε διάφορα σεμινάρια που διδάσκονται παρεμβάσεις με σκοπό την απόκτηση συγκεκριμένων ικανοτήτων, όπως ομάδες που στοχεύουν στην βελτίωση των ανθρωπίνων σχέσεων.

Εμψύχωση/θεραπεία

Εργάζεται ατομικά ή ομαδικά προκειμένου να στηρίξει τους ανθρώπους που αντιμετωπίζουν προβλήματα ή άλλες κρίσιμες καταστάσεις, προσφέροντας θεραπευτικές υπηρεσίες.

Τομείς απασχόλησης του Συμβουλευτικού Ψυχολόγου

Οι συμβουλευτικοί ψυχολόγοι εκπαιδεύονται και προετοιμάζονται για να εργασθούν σε ατομικό, ομαδικό και οργανωτικό επίπεδο. Σε ατομικό επίπεδο ασχολούνται με όλες τις ηλικίες και τα προβλήματα που συνδέονται με αυτές. Σε ομαδικό επίπεδο εργάζονται σε διάφορα πλαίσια με στόχο την επίλυση προβλημάτων ή συγκρούσεων και με απώτερο σκοπό την προώθηση της προσωπικής και διαπροσωπικής λειτουργικότητας. Σε οργανωτικό επίπεδο, οι συμβουλευτικοί ψυχολόγοι συσκέπτονται με ομάδες εργασίας για να βοηθήσουν στην προσφορά ενός εργασιακού περιβάλλοντος που να συμβάλλει τα μέγιστα στην ανθρώπινη λειτουργικότητα και στην αύξηση της παραγωγικότητας και της αποτελεσματικότητας.

Οι τομείς απασχόλησης των συμβουλευτικών ψυχολόγων περιλαμβάνουν:

  1. κέντρα ψυχικής υγείας
  2. πανεπιστήμια και άλλα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα
  3. συμβουλευτικά κέντρα πρόληψης και/ή απεξάρτησης
  4. συμβουλευτικά κέντρα για κακοποιημένες γυναίκες και για θέματα απασχόλησης και κοινωνικής ένταξης γυναικών
  5. ιδρύματα υγείας και κοινωνικών υπηρεσιών (νοσοκομεία, ιδρύματα περίθαλψης, αποκατάστασης, επανένταξης, κτλ.)
  6. οργανισμούς, όπως είναι οι τράπεζες
  7. κρατικές υπηρεσίες όπως είναι οι ένοπλες δυνάμεις, το σωφρονιστικό σύστημα, κ.α.
  8. ιδιωτικούς οργανισμούς,
  9. ιδιωτικά ανεξάρτητα πλαίσια (ιδιωτική άσκηση του επαγγέλματος)
  10. συμβουλευτικά κέντρα δήμων και κοινοτήτων, που στοχεύουν στην αντιμετώπιση των προβλημάτων ατόμων κάθε ηλικίας και την παροχή ψυχολογικής υποστήριξης ιδιαίτερα στις ευπαθείς ομάδες

Εκπαίδευση του Συμβουλευτικού Ψυχολόγου

Α. Μεταπτυχιακή εκπαίδευση

Η εκπαίδευση στην Συμβουλευτική Ψυχολογία προσφέρει επιστημονική γνώση, επαγγελματικές δεξιότητες, αυτογνωσία και ευαισθητοποίηση σε διάφορα πολιτισμικά ζητήματα.

Σε μερικές Ευρωπαϊκές χώρες η κατάρτιση είναι διετής, οδηγεί σε μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών και περιλαμβάνει: Θεωρητική κατάρτιση, ερευνητική εμπειρία, προσωπική ανάπτυξη, πρακτική άσκηση και εποπτεία. Στην Μεγάλη Βρετανία οι συμβουλευτικοί ψυχολόγοι αποκτούν επαγγελματική επάρκεια με την ολοκλήρωση μεταπτυχιακού προγράμματος πιστοποιημένου από την Επιτροπή Εκπαίδευσης στη Συμβουλευτική Ψυχολογία (Training Committee in Counselling Psychology) ή με την απόκτηση του διπλώματος στη Συμβουλευτική Ψυχολογία από το Συμβούλιο Εξεταστών στη Συμβουλευτική Ψυχολογία (Board of Examiners in Counselling Psychology) (Hammersley, 2003). Οι θεωρητικές προσεγγίσεις τις οποίες διδάσκονται περιλαμβάνουν τις βασικές σχολές, όπως είναι η ψυχοδυναμική, η γνωσιακή συμπεριφοριστική, η συστημική και η προσωπο-κεντρική. Τα μεταπτυχιακά προγράμματα Συμβουλευτικής Ψυχολογίας στη Μεγάλη Βρετανία βρίσκονται στον ιστότοπο www.bps.org/uk/sub-sites$/dcop/courses.cfm.

Στις ΗΠΑ, για να γίνει κανείς συμβουλευτικός ψυχολόγος πρέπει να είναι κάτοχος διδακτορικού διπλώματος, και να έχει καλύψει την θεωρητική κατάρτιση, την ερευνητική εμπειρία, την προσωπική ανάπτυξη, καθώς και την πρακτική άσκηση και εποπτεία, για να του δοθεί η άδεια ασκήσεως επαγγέλματος. (Ένα πρότυπο παράδειγμα Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών Συμβουλευτικής Ψυχολογίας είναι αυτό που προσφέρεται στο Πανεπιστήμιο του Missouri). Σε μερικές περιπτώσεις μπορεί να δοθεί άδεια με την κατοχή μόνο του μεταπτυχιακού, τότε όμως ο συμβουλευτικός ψυχολόγος θα πρέπει να εποπτεύεται από επαγγελματία της ίδιας ειδικότητας, κάτοχο διδακτορικού διπλώματος. Επίσης, σε κάποιες πολιτείες απαιτείται η δια βίου μάθηση προκειμένου να γίνεται ανανέωση της άδειας ασκήσεως επαγγέλματος.

Οι συμβουλευτικοί ψυχολόγοι είναι υποχρεωμένοι να ακολουθούν προσωπική ψυχολογική συμβουλευτική κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσής τους και να συνεχίζουν την επαγγελματική τους κατάρτιση ακόμη και μετά το πέρας των σπουδών τους. Υπάρχει ένα εύρος θεραπευτικών προσεγγίσεων το οποίο διδάσκεται κατά την εκπαίδευση και εφαρμόζεται στην πράξη. Η εκπαίδευση σε συγκεκριμένες δεξιότητες και ικανότητες που συνδέονται με την άσκηση του επαγγέλματος πραγματοποιείται καθόλη τη διάρκεια των μεταπτυχιακών τους σπουδών. Η εποπτευόμενη πρακτική άσκηση ξεκινάει από την αρχή σχεδόν των μεταπτυχιακών σπουδών και ολοκληρώνεται με την ειδικότητα και την διδακτορική διατριβή.

Στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ τα μεταπτυχιακά προγράμματα στη συμβουλευτική ψυχολογία μπορούν να βρεθούν σε τμήματα ψυχολογίας (18%), σε παιδαγωγικά τμήματα (75%) ή σε άλλα διατμηματικά μεταπτυχιακά προγράμματα (6%).

Στην Ελλάδα πρόσφατα ξεκίνησαν μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών ειδίκευσης στη Συμβουλευτική Ψυχολογία.

Β. Δια βίου εκπαίδευση / συνεχιζόμενη επαγγελματική εκπαίδευση

Η δια βίου εξέλιξη είναι βασική για την άσκηση του επαγγέλματος του συμβουλευτικού ψυχολόγου. Η ταχύτητα με την οποία εξελίσσεται ο κόσμος και τα νέα κοινωνικά προβλήματα που έχουν προκύψει, υποχρεώνουν τους ειδικούς της ψυχικής υγείας στην απόκτηση νέων προσόντων. Η δια βίου εκπαίδευση είναι υποχρεωτική για τους συμβουλευτικούς ψυχολόγους της Αγγλίας, των Ηνωμένων Πολιτειών και του Καναδά.

Στην Αγγλία ο κλάδος της Συμβουλευτικής Ψυχολογίας της Βρετανικής Ψυχολογικής Εταιρείας απαιτεί τουλάχιστον 70 ώρες συνεχιζόμενης εκπαίδευσης κατ’έτος, η οποία περιλαμβάνει μαθήματα, εποπτεία, συμμετοχή σε συνέδρια, έρευνες, δημοσιεύματα, κτλ. (Hammersley, 2003). Στις ΗΠΑ έχουν θεσπιστεί μεταδιδακτορικές σπουδές για τους συμβουλευτικούς ψυχολόγους ήδη από την δεκαετία του 1990 (βλ. Gelso & Fretz, 2001).

Επαγγελματική ταυτότητα του συμβουλευτικού ψυχολόγου

Μέχρι αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη η «ειδικότητα» του συμβουλευτικού ψυχολόγου έχει ρυθμιστεί νομοθετικά μόνο στην Μεγάλη Βρετανία. Επίσης, υπάρχει στην επίσημη ταξινόμηση των επαγγελμάτων στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και στον Καναδά, όπου το επάγγελμα είναι νομοθετικά κατοχυρωμένο.

Στην Ελλάδα δεν υπάρχει τρόπος να ελεγχθούν τα προσόντα όσων ισχυρίζονται ότι είναι συμβουλευτικοί ψυχολόγοι αφού δεν υπάρχει ακόμη επαγγελματική κατοχύρωση της ειδικότητας της Συμβουλευτικής Ψυχολογίας.

Βιβλιογραφία

  • Bernard, J. & Goodyear, R.(1998). Fundamentals of clinical supervision (2nd ed.).
    Needham heights, MA: Allyn & Bacon.
  • Gelso, C. & Fretz, B. (2001). Counseling psychology. 2nd ed.
    United States: Thomson/Wadsworth.
  • Hammersley, D. (2003). Training and professional development in the context of counselling psychology.(pp. 637-655). In R. Woolfe, W. Dryden & S. Strawbridge (Eds.) Handbook of counselling psychology. London: Sage publications.
  • Ivey, A. (1968). Microcounseling and attending behavior: An approach to prepracticum counselor training. Journal of Counseling Psychology, 15, 1-12.
  • Kagan, N. & Krathwohl, D. (1967). Studies in human interaction: Interpersonal process recall stimulated by videotape. East Lansing, MI: Michigan State University.
  • Pederson, P., Lonner, W., & Draguns, J. (Eds.) (1976). Counseling across cultures.
    Honolulu: University of Press of Hawaii.
  • Woolfe, R., & Dryden, W. (Eds) (1996). Handbook of counselling psychology. London: Sage.
  • Woolfe, R., Strawbridge, S., Douglas, B. & Dryden, W. (Eds.) (2010). Handbook of Counselling Psychology. London: Sage.