Η πίστη ενός παιδιού στις δυνάμεις του μπορεί να λειτουργήσει ως «ασπίδα» απέναντι στον εκφοβισμό και τη θυματοποίηση στο σχολείο. Ωστόσο, τα ατομικά χαρακτηριστικά μαθητών/-τριών διαφοροποιούν τον προστατευτικό της ρόλο. Επομένως, είναι ανάγκαιο να υλοποιούνται στοχευμένες παρεμβάσεις στο σύγχρονο σχολείο.

Ο εκφοβισμός/θυματοποίηση στο σχολείο παραμένει ένα από τα πιο σύνθετα και επίμονα προβλήματα στη σχολική ζωή.

Παρότι έχει μελετηθεί εκτενώς εδώ και δεκαετίες, εξακολουθεί να επηρεάζει σημαντικό ποσοστό παιδιών και εφήβων, με σοβαρές συνέπειες για την ψυχική υγεία, τη σχολική προσαρμογή και τις διαπροσωπικές τους σχέσεις. Στην Ελλάδα, όπως και διεθνώς, ο εκφοβισμός/θυματοποίηση δεν περιορίζεται σε μεμονωμένα περιστατικά, αλλά αποτελεί ένα φαινόμενο που συχνά μπορεί να διαμορφώνει το σχολικό κλίμα.

Η παρούσα έρευνα διερεύνησε τον ρόλο της αυτοαποτελεσματικότητας (της πεποίθησης του παιδιού ότι μπορεί να τα καταφέρει σε βασικούς τομείς της ζωής του) στον εκφοβισμό και τη θυματοποίηση στο σχολείο. Ειδικότερα, εξετάστηκε αν και με ποιον τρόπο ο ρόλος της αυτοαποτελεσματικότητας διαφοροποιείται ανάλογα με ατομικά χαρακτηριστικά των μαθητών/-τριών, όπως το φύλο, η ηλικία, η εθνικότητα, ο δείκτης μάζας σώματος και η αλλαγή σχολείου.

Η μελέτη δημοσιεύτηκε στο Psychology: The Journal of the Hellenic Psychological Society:

https://ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/psychology/article/view/40660

Στην έρευνα συμμετείχαν 2.427 μαθητές και μαθήτριες από δημοτικά και γυμνάσια της Πελοποννήσου. Τα παιδιά απάντησαν ανώνυμα σε ερωτηματολόγια σχετικά με εμπειρίες εκφοβισμού και θυματοποίησης (σωματικού, λεκτικού και κοινωνικού τύπου), καθώς και για το πόσο ικανοί αισθάνονται σε τρεις βασικούς τομείς: ακαδημαϊκό, κοινωνικό και αυτορρύθμισης της συμπεριφοράς τους.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι ο εκφοβισμός και η θυματοποίηση αποτελούν συχνό φαινόμενο στο ελληνικό σχολείο. Ειδικότερα, πάνω από το 60% των μαθητών/-τριών ανέφερε κάποια μορφή εμπλοκής, είτε ως θύμα, είτε ως θύτης, είτε και στους δύο ρόλους. Παράλληλα, επιβεβαιώθηκε ότι η αυτοαποτελεσματικότητα λειτουργεί ως προστατευτικός παράγοντας, καθώς όσο πιο ικανοί ένιωθαν οι μαθητές/-τριες στους τρεις βασικούς τομείς, τόσο λιγότερο πιθανό ήταν να εμπλέκονται σε περιστατικά εκφοβισμού ή να βιώνουν θυματοποίηση.

Επίσης, η έρευνα ανέδειξε ότι η προστατευτική λειτουργία της αυτοαποτελεσματικότητας δεν είναι ίδια για όλα τα παιδιά, φέρνοντας στο προσκήνιο μια σειρά από ρυθμιστικούς παράγοντες. Για παράδειγμα, στα αγόρια η υψηλή αυτοαποτελεσματικότητα συνδέθηκε πιο έντονα με μειωμένη εμπλοκή σε εκφοβιστικές συμπεριφορές, ενώ στα κορίτσια φάνηκε να λειτουργεί περισσότερο ως «ασπίδα» απέναντι στη θυματοποίηση (ιδιαίτερα στον λεκτικό και κοινωνικό τύπο). Με άλλα λόγια, το πώς «βοηθά» η αυτοαποτελεσματικότητα ένα παιδί, βρέθηκε να εξαρτάται από τις κοινωνικές προσδοκίες και τους ρόλους που συνδέονται με το φύλο.

Η ηλικία έπαιξε, επίσης, σημαντικό ρόλο. Στους μεγαλύτερους μαθητές/-τριες, η αυτοαποτελεσματικότητα (ιδίως η κοινωνική και η ακαδημαϊκή) βρέθηκε να μειώνει πιο έντονα την πιθανότητα εκδήλωσης εκφοβιστικής συμπεριφοράς. Το εύρημα αυτό υποδηλώνει ότι όσο τα παιδιά μεγαλώνουν και οι κοινωνικές σχέσεις γίνονται πιο σύνθετες, η αίσθηση ικανότητας αποκτά μεγαλύτερη σημασία στον τρόπο που διαχειρίζονται τις συγκρούσεις με τους άλλους και τον ανταγωνισμό.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασαν τα ευρήματα που αφορούν μαθητές/-τριες που αλλάζουν σχολείο, παιδιά με αυξημένο ή μειωμένο σωματικό βάρος, καθώς και μαθητές/-τριες μη ελληνικής καταγωγής. Τα παιδιά με αυτά τα χαρακτηριστικά εμφάνισαν αυξημένα επίπεδα θυματοποίησης και χαμηλότερη αυτοαποτελεσματικότητα, γεγονός που τα καθιστά πιο ευάλωτα στο φαινόμενο του εκφοβισμού στο σχολείο. Παράλληλα, φάνηκε ότι η αυτοαποτελεσματικότητα αυτορρύθμισης μπορεί να λειτουργήσει προστατευτικά για τις ομάδες αυτές, κυρίως απέναντι σε άμεσες μορφές θυματοποίησης (σωματική και λεκτική).

Η έρευνα αναδεικνύει ότι ο εκφοβισμός στο σχολείο δεν είναι απλώς ζήτημα «κακής συμπεριφοράς», αλλά συνδέεται στενά με το πώς τα παιδιά αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους και τη θέση τους μέσα στις κοινωνικές ομάδες. Κατά συνέπεια, η ενίσχυση της αυτοαποτελεσματικότητας μπορεί να αποτελέσει κεντρικό άξονα πρόληψης, εφόσον λαμβάνει υπόψη τις διαφορετικές ανάγκες, εμπειρίες και ατομικά χαρακτηριστικά των μαθητών/-τριών.

Συμπερασματικά, τα ευρήματα υποστηρίζουν την ανάγκη για στοχευμένες παρεμβάσεις στο σχολείο, οι οποίες δεν αντιμετωπίζουν όλα τα παιδιά με τον ίδιο τρόπο, αλλά ενισχύουν συγκεκριμένες δεξιότητες ανάλογα με το φύλο, την ηλικία και το κοινωνικό πλαίσιο κάθε μαθητή/-τριας. Έτσι, το σχολείο μπορεί να λειτουργήσει όχι μόνο ως χώρος μάθησης, αλλά και ως χώρος ψυχολογικής ενδυνάμωσης και ουσιαστικής ένταξης.

 Πλήρη στοιχεία της δημοσίευσης:

Saripanidis, I., Travlos A. Κ., Antonopoulou, P., Strigas, A., & Ourda, D. (2025). Exploring the relation between self-efficacy and school bullying: The moderating role of personal factors. Psychology: The Journal of the Hellenic Psychological Society30(2), 70–91. https://doi.org/10.12681/psy_hps.40660