Η ασφαλής σχέση με το πρωταρχικό πρόσωπο δεσμού συμβάλλει στην ανάπτυξη αποτελεσματικών μηχανισμών αντίδρασης και ανάκαμψης από το στρες στα παιδιά, όπως αποτυπώνεται από τη συνεκτίμηση των βιοφυσιολογικών διεργασιών ρύθμισης.

Η κοινωνικο-συναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την ψυχική υγεία, την προσαρμογή και τη μελλοντική τους λειτουργικότητα.

Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία διαδραματίζει η ικανότητα ρύθμισης του συναισθήματος, δηλαδή η δυνατότητα του παιδιού να αναγνωρίζει, να διαχειρίζεται και να εκφράζει τα συναισθήματά του με τρόπο τέτοιο που βοηθά να ανταποκρίνεται αποτελεσματικά σε απαιτητικές ή στρεσογόνες καταστάσεις. Έρευνες έχουν δείξει ότι η αποτελεσματική συναισθηματική ρύθμιση συνδέεται με χαμηλότερα επίπεδα άγχους και κατάθλιψης και λειτουργεί προστατευτικά απέναντι στην εμφάνιση ψυχοπαθολογίας.

Η ανάπτυξη της ικανότητας συναισθηματικής ρύθμισης ξεκινά πολύ νωρίς στη ζωή και διαμορφώνεται κυρίως μέσα στο πλαίσιο των πρώιμων σχέσεων με τα πρόσωπα που προσφέρουν την πρωταρχική φροντίδα. Σύμφωνα με τη θεωρία του δεσμού, η ποιότητα αυτών των σχέσεων οδηγεί στη διαμόρφωση εσωτερικών προτύπων (νοητικών αναπαραστάσεων) για τον εαυτό και τους άλλους και επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο το παιδί αντιδρά στο στρες και ρυθμίζει τα συναισθήματά του. Ο ασφαλής δεσμός έχει συνδεθεί με καλύτερη κοινωνικο-συναισθηματική προσαρμογή και ψυχική ανθεκτικότητα, ενώ οι ανασφαλείς μορφές δεσμού (άγχους-αμφιθυμίας, αποφυγής, αποδιοργάνωσης) σχετίζονται με δυσκολίες στη ρύθμιση του συναισθήματος και αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης προβλημάτων ψυχικής υγείας.

Τα τελευταία χρόνια, η επιστημονική έρευνα έχει αρχίσει να εστιάζει όχι μόνο στη συμπεριφορά των παιδιών, αλλά και στους βιοφυσιολογικούς μηχανισμούς που υποστηρίζουν τη συναισθηματική ρύθμιση, όπως η λειτουργία του άξονα υποθαλάμου–υπόφυσης–επινεφριδίων και του αυτόνομου νευρικού συστήματος. Παρά την αύξηση των σχετικών μελετών, έως σήμερα δεν υπήρχε συστηματική σύνθεση των εμπειρικών δεδομένων που να εξετάζει τη σχέση μεταξύ των διαφορετικών τύπων δεσμού και των βιοφυσιολογικών δεικτών συναισθηματικής ρύθμισης στα παιδιά, έπειτα από έκθεση σε δοκιμασίες πρόκλησης στρες.

Σκοπός της παρούσας επισκόπησης πεδίου ήταν να καλύψει αυτό το ερευνητικό κενό, συνθέτοντας εμπειρικά δεδομένα σχετικά με τη σχέση του δεσμού με τη βιοφυσιολογική ρύθμιση του συναισθήματος στην παιδική ηλικία. Παράλληλα, στόχος ήταν να διερευνηθεί αν και με ποιον τρόπο διαφοροποιούνται οι βιοφυσιολογικές αποκρίσεις των παιδιών ανάλογα με τον τύπο δεσμού.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο Psychology: The Journal of the Hellenic Psychological Society: https://ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/psychology/article/view/38738

Μετά από συστηματική αναζήτηση σε διεθνείς βάσεις δεδομένων εντοπίστηκαν συνολικά 4.119 μελέτες, από τις οποίες 24 πληρούσαν τα κριτήρια ένταξης και συμπεριλήφθηκαν στην ανασκόπηση. Οι μελέτες αφορούσαν παιδιά ηλικίας 0 έως 12 ετών και εξέταζαν τη σχέση του δεσμού με βιοφυσιολογικούς δείκτες συναισθηματικής ρύθμισης, όπως τα επίπεδα κορτιζόλης, η μεταβλητότητα του καρδιακού ρυθμού και η αναπνευστική αρρυθμία, μετά από διαφορετικές δοκιμασίες πρόκλησης στρες. Η επισκόπηση ακολούθησε τις διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες PRISMA και, λόγω της ετερογένειας των μελετών, τα δεδομένα συντέθηκαν μέσω αφηγηματικής σύνθεσης.

Τα αποτελέσματα έδειξαν σαφείς διαφοροποιήσεις στη βιοφυσιολογική ρύθμιση του συναισθήματος ανάλογα με τον τύπο δεσμού. Τα παιδιά με ασφαλή δεσμό εμφάνισαν γενικά πιο προσαρμοστικά πρότυπα απόκρισης στο στρες, όπως χαμηλότερη ή ταχύτερα μειούμενη κορτιζολική απόκριση και υψηλότερη μεταβλητότητα καρδιακού ρυθμού κατά τη φάση αποκατάστασης. Παράλληλα, παρουσίασαν μεγαλύτερη συμφωνία μεταξύ της υποκειμενικής εμπειρίας δυσφορίας και της βιοφυσιολογικής τους διέγερσης και χρησιμοποίησαν λειτουργικές στρατηγικές ρύθμισης, όπως η αναζήτηση φροντίδας και υποστήριξης. Τα ευρήματα αυτά υποδηλώνουν ότι η ασφαλής σχέση με το πρωταρχικό πρόσωπο δεσμού συμβάλλει στην ανάπτυξη αποτελεσματικών μηχανισμών αντίδρασης και ανάκαμψης από το στρες.

Αντίθετα, τα παιδιά με δεσμό άγχους-αμφιθυμίας παρουσίασαν έντονη και παρατεταμένη βιοφυσιολογική ενεργοποίηση, υψηλότερα επίπεδα κορτιζόλης και δυσκολία ανάκαμψης, στοιχείο που παραπέμπει σε προφίλ υπο-ρύθμισης του συναισθήματος. Τα παιδιά με δεσμό αποφυγής εμφάνισαν περιορισμένη έκφραση δυσφορίας και συχνά σταθερά ή χαμηλά επίπεδα κορτιζόλης, ωστόσο ορισμένα ευρήματα κατέδειξαν υποβόσκουσα βιοφυσιολογική διέγερση, υποδηλώνοντας στρατηγικές υπερ-ρύθμισης και καταστολής του συναισθήματος. Τα περιορισμένα δεδομένα για τον δεσμό αποδιοργάνωσης έδειξαν υψηλή δυσφορία, χαμηλή λειτουργική ρύθμιση και απρόβλεπτα πρότυπα βιοφυσιολογικής απόκρισης στο στρες.

Συνολικά, η επισκόπηση αναδεικνύει ότι η συναισθηματική λειτουργία των παιδιών δεν μπορεί να κατανοηθεί μόνο μέσα από την παρατηρούμενη συμπεριφορά, αλλά απαιτεί τη συνεκτίμηση της ποιότητας του δεσμού και των βιοφυσιολογικών διεργασιών ρύθμισης. Τα ευρήματα ενισχύουν την άποψη ότι το πρόσωπο δεσμού λειτουργεί ως εξωτερικός ρυθμιστής του συναισθήματος στα πρώτα χρόνια ζωής και ότι η ποιότητα αυτής της σχέσης επηρεάζει ουσιαστικά τη συναισθηματική προσαρμογή και την ψυχική υγεία των παιδιών.

Πλήρη στοιχεία δημοσίευσης:

Andriopoulou, P., & Petrogiannis, K. (2025). The role of attachment in children’s emotion regulation: Α scoping review of biophysiological empirical data. Psychology: The Journal of the Hellenic Psychological Society30(2), 136–163. https://doi.org/10.12681/psy_hps.38738